ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: “ΜΙΑ ΙΠΠΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ”

Screen shot 2015-03-03 at 11.39.48 π.μ.
ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗ

ΜΙΑ ΙΠΠΟΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Δίπλα στον αυλόγυρο του πατρικού μου σπιτιού, δεν θα το πιστέψετε, είναι κτισμένο ένα κάστρο. Κανείς δεν ξέρει πως βρέθηκε ένα κάστρο μέσα σ΄ έναν ταπεινό αυλόγυρο. Κάποτε, άκουσα τον παππού μου, να λέει, πως το κάστρο το κτίσανε σταυροφόροι, τον μεσαίωνα. Εκείνο το σκυλολόι ήταν τόσο καλοί χριστιανοί που σφάξανε τη μισή άπιστη αραπιά. Ωστόσο, έχω πολύ έντονες παιδικές αναμνήσεις, από εκείνο το κάστρο. Κάθε πρωί, κάποιοι, άγνωστοι για μένα, τύποι, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τους υπολοιπους, υψώνανε εκεί μια περίεργη σημαία. Το βράδυ πάλι, κάποιο άγνωστοι τύποι, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί, μαζεύανε τη σημαία και κάπου την κρύβανε. Μερικές φορές ακουγόταν από μέσα ένα ρυθμικό βουητό, σαν μακρινό πολεμικό εμβατήριο που καλούσε σε πόλεμο. Άλλοτε πάλι, ακούγονταν ψίθυροι, βόγγοι, αναθεματισμοί, κλαγγές όπλων, βλαστήμιες, αλλά πάντα σε ακαταλαβίστικες γλώσσες. Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει το κάστρο, που καθώς λέγανε οι χωρικοί ήταν στοιχειωμένο. Εγώ, όμως, σαν παιδί δεν ήμουν γενικά ο τύπος του φοβιτσιάρη που τρέμει τη σκιά του και πολλές φορές πλησίασα το κάστρο. Αλλά η πόρτα του ήταν αμπαρωμένη με τόσο χοντρές κλειδαριές, τουλάχιστον για μένα τον μικρούλη, που ήταν αδύνατο να μπω μέσα.
Εκείνο όμως που πρόσεξα είναι ότι και η μητέρα μου δεν φοβόταν να πλησιάσει το κάστρο. Πάντα φρόντιζε να απλώνει την μπουγάδα της στο πίσω μέρος του κάστρου, εκεί όπου κανείς δεν την έβλεπε. Μια μέρα, όμως, την ακολούθησα κρυφά και με έκπληξή μου είδα έναν ιππότη, ένα πανέμορφο παλληκάρι να βγαίνει από την πίσω πορτούλα του κάστρου, με την ασημένια πανοπλία του να στραφταλίζει στο φως του ήλιου, ένας πραγματικός άγγελος. Αγκάλιασε τη μητέρα μου με πάθος, φιληθήκανε με πάθος και χαθήκανε στο βάθος του κάστρου. Ένιωσα μια απίστευτη ταραχή κι έναν απερίγραπτο φόβο.
Μετά από μια ώρα περίπου η μητέρα μου επέστρεψε, αλλά εγώ δεν τολμούσα ν’ αρθρώσω λέξη. Το μεσημέρι στο τραπέζι πρόσεξα πως η μητέρα μου ήταν πανέμορφη, σαν πριγκίπισσα, και ο πατέρας μου, ένας απλός γκαραζιέρης, κοντός και κακάσχημος. Ήμουν αρκετά ανόρεχτος και ο πατέρας μου το πρόσεξε.
– Τι συμβαίνει, μικρέ; ρώτησε.
– Πατέρα, ρώτησα, υπάρχουν ιππότες στην εποχή μας;
– Όχι, βέβαια, κουτέ, απάντησε.
– Μητέρα, ρώτησα, εσύ τι πιστεύεις;
– Α, φαντάζομαι, είπε η μητέρα, πως οι ιππότες ξέρουν να ιππεύουν θαυμάσια.
– Μα γι’ αυτό και λέγονται ιππότες, κουτή, είπε ο πατέρας.
Το βράδυ άκουσα τη μητέρα μου να ψιθυρίζει στο τηλέφωνο.
– Βαλδουίνε, είπε, πρέπει να προσέχουμε, ο μικρός μπασταρδάκος σου φαίνεται πως μας είδε και κάτι ψυλλιάστηκε.


Ο Αλέξανδρος Αραμπατζής γεννήθηκε στη Δράμα το 1961. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα. Ζει και εργάζεται ως δικηγόρος στη Δράμα. Λογοτεχνικά και κριτικά κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλά περιοδικά (“Διαβάζω”, “Μανδραγόρας”, “Λέξη”, “Παρέμβαση”, κτλ) ενώ συγκαταλέγεται στους τακτικούς εισηγητές του Συμποσίου Ποίησης στην Πάτρα. Είναι πατέρας δύο παιδιών.

Σελ. 28 – 29

www.bonusmallmag.gr/048
www.bonusmallmag.com/048

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s