ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ: “ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ…”

Χ
ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΑΚΗ

ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ…

Αν και με χαμηλό τακούνι, οι γόβες που φορούσα, ήταν τελείως ακατάλληλες για το χωμάτινο και ανηφορικό διάδρομο που χρειάστηκε να διασχίσουμε. Τι θα μπορούσα να φορέσω, ωστόσο; Ήταν τα μόνα μαύρα παπούτσια που διέθετα. Τώρα, στο δρόμο της επιστροφής προς το κυλικείο του Κοιμητηρίου για τον καφέ, ένιωθα σε κάθε βήμα πόνο από τις φουσκάλες που μου είχαν προκαλέσει.

Ήταν κι ο Μάκης, κρεμασμένος από πάνω μου κι όπως με κρατούσε αγκαζέ είχε αφήσει όλο το βάρος του κορμιού του να το στηρίζω εγώ. Δεν μπορούσα όμως να του πω τίποτα. Ήξερα, πως αν τραβούσα το μπράτσο μου, ήταν πιθανό να σωριαστεί στο χώμα. Προσπάθησα απλά να αντέξω τις σουβλιές πόνου, επιβραδύνοντας περισσότερο το βαρύ μου βήμα. Ο Μάκης έτσι κι αλλιώς ακολουθούσε το τέμπο μου. Μάλλον κινούταν σαν ρομπότ. Ηταν υποχρεωμένος να μην καταρρεύσει. Δεν επέτρεψε στον εαυτό του τίποτα περισσότερο απ’ την λίγη υγρασία στα μάτια, ενώ κάθε φορά που πύκνωνε στην κόγχη του ματιού του και απειλούσε να εξελιχθεί σε κλάμα, κατέβαζε στα μάτια του τα μαύρα του γυαλιά.
Οι ομιλίες των γύρω μας, έτσι όπως προχωρούσαν δυο – δυο, τρεις – τρεις, ακουγόταν στ’ αυτιά μας σαν ένας ενιαίος απροσδιόριστος θόρυβος, από τον οποίο δεν ξεχώριζαν οι λέξεις, παρά μόνο μακρόσυρτοι άτακτοι φθόγγοι…
Στα τελευταία μέτρα, επιβραδύναμε ακόμα περισσότερο το βήμα μας ο Μάκης κι εγώ. Επιδιώξαμε – χωρίς να έχουμε προσυνεννοηθεί μεταξύ μας – να μπούμε στην αίθουσα από τους τελευταίους. Όπως είχαμε φανταστεί, τα πρώτα μακρόστενα τραπέζια ήταν ήδη συμπληρωμένα.
«Για Βαγγέλη Σωτηρόπουλο, δεξιά παρακαλώ!» Διευκρίνιζε κάποιος με μουστάκι, σκούρο κοστούμι και αδιάφορη φάτσα, με φωνή που μου θύμιζε τους παλιούς εισπράκτορες στα τρόλεϋ.
Κατευθυνθήκαμε ωστόσο στην αντίθετη πλευρά της αίθουσας, στο πίσω μέρος σε μια γωνιά. Επιδιώξαμε να καθίσουμε εκτός των προσδιορισμένων «ορίων». Πρέπει μάλλον να είχαμε μπερδευτεί με τους επισκέπτες μιας άλλης κηδείας, που η προσφορά καφέδων γινόταν ταυτόχρονα. Εκεί νιώθαμε πιο ασφαλείς. Μπορούσαμε, ο Μάκης κι εγώ, να μείνουμε μακριά από τους υπόλοιπους, τους συγγενείς «εξ αίματος». Προσωπικά δεν γνώριζα κανέναν. Και μάλλον δεν επιθυμούσα να τους μάθω. Ωστόσο ο Μάκης, άρχισε με την συρτή, λίγο τραγουδιστή φωνή του, ψιθυριστά:
«Η ψηλή στη γωνία με τα γυαλιά είναι η αδελφή του η μεγάλη, η Αναστασία. Αυτός δίπλα της είναι ο άντρας της. Η κόρη της η Μάρω είναι η κοπέλα με τις κόκκινες ανταύγειες στο πίσω τραπέζι. Εκείνοι αριστερά πρέπει να είναι τα πρώτα του ξαδέλφια με τις γυναίκες τους. Η αδελφή του η μικρή είναι εκείνη που μιλάει στην πόρτα με την ίσια φούστα. Τα σκασμένα που κάνουν φασαρία πρέπει να είναι τα παιδιά της, τα δίδυμα. Δεν βλέπω τον ανηψιό του τον Παναγή πουθενά. Α! νάτος, τώρα μπήκε μέσα. Ο Βαγγέλης του είχε τόση αδυναμία. Αλλά ούτε κι αυτός ήθελε σχέσεις μαζί του»….
Σ’ αυτό το σημείο η φωνή του Μάκη έσπασε. Μάλλον δεν άντεχε άλλο, έτσι κι αλλιώς. Άφησε επιτέλους τα δάκρυά του να κυλούν ανεξέλεγκτα στις μαγουλογραμμές. Παρότι επέμενε να φορά τα μαύρα του γυαλιά, δεν βοηθούσαν και πολύ την κατάσταση. Καθόμουν δίπλα του, δακρύζοντας κι εγώ σιωπηλά. Το χέρι του έσφιγγε νευρικά το γόνατό μου, όση ώρα τρανταζόταν σε λυγμούς. Αν και πρέπει να μου είχαν κάνει σημάδια τα νύχια του απ την ένταση, δεν διαμαρτυρήθηκα. Η θλίψη μου προσπάθησε να παραμείνει αθόρυβη και διακριτική, σεβόμενη τη συντριβή του Μάκη.
– «Τους είχες γνωρίσει ποτέ όλους αυτούς;»
– «Από φωτογραφίες μόνο. Δεν ήθελαν σχέσεις μαζί μας»
– «Δεν σε γνώρισαν ποτέ όλ’ αυτά τα χρόνια;»
– «Δεν ήθελαν ούτε ν’ ακούσουν για μένα. Εδώ είχαν 15 χρόνια να μιλήσουν στον Βαγγέλη. Από τη στιγμή που έμαθαν για τον γάμο μας στην Ολλανδία. Κόψαν και τα προσχήματα. Ντροπή της οικογένειας είσαι, του διαμήνυσαν. Του είχαν ζητήσει να μην ξανακατεβεί στη Σπάρτη, ούτε για Χριστούγεννα. Ακόμα κι όταν πέθανε η μάννα τους, του απαγόρευσαν να κατέβει για την κηδεία. Κι εκείνος το σεβάστηκε, δεν ήθελε να τους ντροπιάσει. Μόνο εγώ όμως ξέρω πόσο του στοίχισε. Αφού και την περασμένη βδομάδα στο νοσοκομείο, τις τελευταίες μέρες, πριν πέσει σε κώμα, μου το ανέφερε. “Αχ βρε μωρό μου”, μου είπε, μακάρι να μην τους είχα ακούσει και νάχα πάει να δω τη μάνα μου πριν πεθάνει”…»
Ξανασταμάτησε ο Μάκης να μιλάει. Ξανάρχισε το κλάμα, βουβό αυτή τη φορά, χωρίς να μπήγει τα νύχια του στο γόνατό μου. Ανέβασε το χέρι του στο τραπέζι και έπιασε το δικό μου. Ήταν και των δυο μας παγωμένα.
Τον Βαγγέλη τον είχα γνωρίσει από τότε που ήμασταν κι οι δύο ασκούμενοι στο ίδιο δικηγορικό γραφείο. Είχαμε γίνει από τότε κολλητοί. Σ’ όλη μας τη ζωή, είχαμε μια σπάνια φιλία και μια σχέση απόλυτα εξομολογητική. Του έλεγα απ΄τη ζωή μου τα πάντα και ήξερα γι’ αυτόν όλες του τις «αμαρτίες», τις ερωτικές του περιπέτειες, τις απαγορευμένες διαδρομές του. Με τον Μάκη είχαν γνωριστεί σ’ ένα gay μπαρ. Από την πρώτη στιγμή μου μίλησε για τον «έρωτα της ζωής του». Πράγματι, όλα αυτά τα χρόνια, παρά τη «διαφορετικότητά» τους, ήταν το πιο ταιριαστό και πιο ευτυχισμένο ζευγάρι που γνώριζα. Πάνω από είκοσι χρόνια μαζί, μοιράστηκαν τη ζωή τους, συμπλήρωνε ο ένας τον άλλο. Μοιράστηκαν μια ευτυχία που θα ζήλευαν πολλά ζευγάρια. Ήμουν η πιο κολλητή τους φίλη. Και η πρώτη που έμαθε για τον απαγορευμένο από την δική μας κοινωνία, γάμο τους, για τον οποίο χρειάστηκε να ταξιδέψουν στο εξωτερικό. Περίμεναν πάντα με λαχτάρα τη μέρα που θα μπορούσαν να επισημοποιήσουν τη κοινή ζωή τους κι εδώ.
Κι όταν πριν μερικά χρόνια ψηφίστηκε στη χώρα μας το Σύμφωνο Συμβίωσης, ήταν μεγάλη απογοήτευση γι’ αυτούς ότι δεν συμπεριλάμβανε τα ομόφυλα ζευγάρια. Το βίωσαν -και δικαίως- ως κοροϊδία από την πλευρά της πολιτείας.
Πριν τρία και κάτι χρόνια εμφανίστηκε ο καρκίνος του Βαγγέλη. Με απαίτηση του Μάκη, εγκατέλειψε μια εξαιρετική καριέρα ως επιτυχημένος εργατολόγος , ένα μεγάλο ρετιρέ στα Εξάρχεια και έναν τρόπο ζωής που τον καθήλωνε στην Αθήνα. Μετακομίσανε στο εξοχικό τους στην Ύδρα. Ο Μάκης παραιτήθηκε από τη θέση του ως υπεύθυνος εκδόσεων μεγάλου εκδοτικού οίκου, περιορίστηκε σε εργασία επιμελητή-μεταφραστή, ώστε να μπορεί να εργάζεται από το σπίτι, μέσω διαδικτύου. Μισθολογικά υπήρχε γι’ αυτόν μεγάλη διαφορά, ωστόσο έτσι μπόρεσε και δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό του Βαγγέλη. Στάθηκε γι’ αυτόν, εκτός από σύντροφος, μάνα, πατέρας, αδελφός, γιατρός, νοσοκόμος, ψυχολόγος, τα πάντα. Μέχρι την τελευταία στιγμή.
Από την οικογένειά του, δεν βρέθηκε κανείς να σταθεί δίπλα του σ’ όλη αυτή τη δύσκολη διαδρομή. Ενδεχομένως να εισέπραξαν κι ανακουφιστικά την είδηση του θανάτου του. Κάτι σαν «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν» της αρχαίας τραγωδίας. Γι’ αυτούς ο Βαγγέλης ήταν εκείνος που «ντρόπιασε» την οικογένεια, μια και βγήκε «αδελφή». Η αυστηρή, υποκριτική, επαρχιώτικη ηθική τους δεν μπορούσε να το σηκώσει. Τι θα «έλεγε ο κόσμος», άλλωστε; Ήταν καλύτερα να εξαφανιστεί από τη ζωή τους, και ει δυνατόν κι από προσώπου γης!
Βεβαίως όταν έφθασε η είδηση του τέλους, ήρθαν άπαντες στην Αθήνα. Φρόντισαν να κανονίσουν όλες τις λεπτομέρειες της κηδείας και να ασκήσουν άψογα το ρόλο τους ως οι οικείοι του. Βλέπεις, υπάρχουν και τα περιουσιακά ζητήματα. Τώρα τα μερίδια της οικογενειακής περιουσίας έγιναν λιγότερα, ενώ υπάρχει και μη ευκαταφρόνητη κινητή και ακίνητη περιουσία που δημιούργησε ο Βαγγέλης απ’ τη δουλειά του. Καθόλου άσχημα γι’ αυτούς!
– «Τι θα κάνεις τώρα;» ρώτησα τον Μάκη.
– «Δεν ξέρω. Θα πάω καταρχήν να μαζέψω τα πράγματά μου από το σπίτι στην Ύδρα. Και κάποιες φωτογραφίες και προσωπικά αντικείμενα του Βαγγέλη που δεν θέλω να τα αφήσω σ’ αυτούς. Μετά βλέπουμε…»
Το τραπέζι μας βρισκόταν δίπλα στην έξοδο.
Ήταν κι εκεί κολλημένο το αγγελτήριο της κηδείας.
Τον λατρευτόν μας μπλα, μπλα, μπλα,
Τα αδέλφια:
Αναστασία, Χρήστος, Σοφία, Νικόλαος
Τα ανήψια:
Μαρία, Παναγιώτης, Στυλιανή, Ελένη
Οι λοιποί συγγενείς:
Κενό.
Ούτε καν εδώ δεν αναγραφόταν ο Μάκης. Ούτε στους «λοιπούς» συγγενείς…
Οι δύο καφέδες που μας είχαν σερβίρει, βρίσκονταν ανέγγιχτοι στο τραπέζι. Απεναντίας, είχαμε ήδη στραγγίξει ένα μπουκάλι με απομίμηση κονιάκ. Ο Μάκης στράγγιξε τις τελευταίες του σταγόνες στα ποτήρια μας. Τσούγκρισε το δικό μου, κάνοντας ήχο δυνατό, χύνοντας στο τραπέζι κάποιες σταγόνες.
– «Μας την έσκασε ο μπαγάσας ρε Μάκη», του είπα, κατεβάζοντας μονορούφι το ποτήρι μου. «Μας την έσκασε νωρίς»…

Σελ. 40 – 43

www.bonusmallmag.gr/48
www.bonusmallmag.com/048

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s