ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ: “ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ”

Χ
ΤΗΣ ΓΛΥΚΕΡΙΑΣ ΠΑΥΛΙΔΟΥ

ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ

Ο Δεκέμβρης επιτέλους έφτασε. Το κρύο έξω είναι τσουχτερό, έτσι όπως του ταιριάζει. Ο ουρανός είναι βαρύς από τα κρεμασμένα στα τσιγκέλια του σύννεφα και τα Χριστούγεννα άρχισαν ήδη να μοσχοβολούν. Κανέλα, γαρίφαλο και μοσχοκάρυδο…
Αστέρια, στολίδια, κόκκινες μπότες, κάλτσες που περιμένουν να γεμίσουν δώρα, πολύχρωμα πακέτα και κορδέλες, κουραμπιέδες , μελομακάρονα και όμορφα βράδια γύρω απ΄την φωτιά, όπως εκείνο τον παλιό καλό καιρό που οι παππούδες έλεγαν χιλιάδες παραμύθια…
Τυλιγμένη με την καρό κουβέρτα μου ξαπλωμένη στον καναπέ απέναντι από το τζάκι, αναπολώ τα Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων, τότε που ο αγαπημένος μου παππούς μου αφηγούταν ιστορίες και παραμύθια. Θυμήθηκα λοιπόν μια πολύ παρά ξενη ιστορία που μου είπε κάποια Χριστούγεννα για τη δική του γιαγιά την οποία είχε χάσει κάποια άλλα, μακρινά Χριστούγεννα όταν ήταν μικρός….
«Δεν μπορώ να πω πως τα γυαλιά της γιαγιά μου, καθώς τα ‘βλεπες με την πρώτη ματιά ήταν τόσο διαφορετικά από τα γυαλιά των άλλων. Μα στην πραγματικότητα αυτά τα γυαλιά ήταν πολύ πιο διαφορετικά από όλα τα γυαλιά του κόσμου. Ήταν μαγικά… Ναι πράγματι τα γυαλιά της γιαγιάς μου ήταν μαγικά. Αυτό όμως η γιαγιά δεν το ‘ξερε. Γιατί σε κείνην συμπεριφερόταν σαν κανονικά γυαλιά. Όταν δεν τα φορούσε, τα έβαζε στο σακουλάκι τους και τα ακουμπούσε πάνω στο σεντούκι που ήταν πλάι στο κρεβάτι της. Τότε εκείνα έβγαζαν το αυτάκι τους μέσα από το σακουλάκι και μου ‘γνεφαν πονηρά.
Κι εγώ δεν έχανα ευκαιρία. Έτρεχα κοντά τους, τα ‘χωνα κρυφά στον κόρφο ή την τσέπη μου και τρέχαμε στα χωράφια. Έτσι άρχιζε πάντα η περιπέτεια μας. Τα έβαζα στα μάτια μου και αρχίζαμε τα παιχνίδια. Τα διαβολόγυαλα άνοιγαν κάτι τεράστιους λάκκους μπροστά μου, που όλο νόμιζα πως θα έπεφτα μέσα. Με έκαναν να περπατώ σαν μεθυσμένος και όλο σκόνταφτα και έπεφτα. Δεν ήταν να βλέπεις δέντρα με κείνα τα γυαλιά. Οι κορμοί τους μεγάλωναν ξαφνικά κι εκεί που ήταν μια τόση δα αμυγδαλίτσα, ξαφνικά ο κορμός της γίνονταν χοντρός σαν της ελιάς και λύγιζε εύπλαστος σαν μαστίχα. Αν πάλι έβλεπες τον τοίχο, ο τοίχος βάθαινε σαν σπηλιά και αν προσπαθούσες να μπεις στην σπηλιά έσπαζες το κεφάλι μου. Αν έβλεπες τη γάτα μας, γίνονταν θεριό και αν προσπαθούσες να μετρήσεις τα δάχτυλα σου, ενώ μπορούσες να τα πιάσεις δεν μπορούσες να τα ξεχωρίσεις.
Τώρα, αν αυτά τα γυαλιά τα έβαζες πάνω στο μπράτσο σου, κόντρα στον ήλιο, έβλεπες δυο μικρά αστεράκια να καρφώνονται πάνω του και ένιωθες τέτοιο τσούξιμο απ’ το κάρφωμα, σαν να ‘χες φάει την πιο δυνατή τσιμπιά.
Όμως η γιαγιά όλα αυτά δεν τα ήξερε. Νόμιζε πως έπαιρνα τα γυαλιά της για να τα σπάσω ή για να χαλάσω τα μάτια μου, όπως έλεγε θυμωμένα. Πώς να καταλάβει η γιαγιά πως τα γυαλιά της ήταν μαγικά και πως μπορούσα να προδώσω το μυστικό μου; Την κοίταγα σαν τα φορούσε. Ήταν πότε για να διαβάσει το γράμμα της θείας μου, της κόρης της που έλλειπε στην Αμερική, πότε για να διαβάσει το Ευαγγέλιο, πότε για να δει τις φωτογραφίες των ξαδέλφων μου και να μην μπορεί να αποφασίσει σε ποιον μοιάζουν. Ή πάλι για να βγάλει κανένα αγκάθι από τις πατούσες μου. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα γυαλιά της γιαγιάς έπαιρναν ένα ύφος σοβαρό και αδιάφορο και έκαναν σαν με έβλεπαν πρώτη φορά. Και τότε εγώ έκανα πως δεν καταλάβαινα…
Καμιά φορά όταν ξεμάκραινα από το σπίτι και περνούσα το βαθύ αυλάκι που τότε έλεγα ποταμό, εκείνα ήξεραν πώς να καλέσουν τις νεράιδες από τις ψηλές χαρουπιές και αυτές να μου πονούν το κεφάλι και να νιώθω αδιαθεσία που έφτανε σε εμετό. Τότε άρχιζε η γιαγιά να με ξεματιάζει… μα τα χωμένα μέσα στον κόρφο μου γυαλιά την κορόιδευαν και με τσιμπούσαν συνωμοτικά. Εκείνα τα αστεία και μαγικά γυαλιά που δεν είχαν το ταίρι τους πάνω στη γη, τυλίχτηκαν στη σιωπή και το πένθος σαν πέθανε η γιαγιά κάποια Χριστούγεννα. Τα πήρε η μάνα τα τύλιξε στο σακουλάκι τους και τα έβαλε μέσα στο σεντούκι. Δεν τα ξανάδα πια.
Ύστερα από πολλά χρόνια, σαν ήρθε η θεία από την Αμερική και άνοιξε το σεντούκι της γιαγιάς η μάνα, τα ξανάδα. Ήταν βουβά, πεθαμένα, άψυχα. Δεν μπορούσαν πια να μου γνέθουν ή να μου κλείνουν το μάτι…
Τα γυαλιά της γιαγιάς είχαν πεθάνει μαζί της.
Μα κάθε Χριστούγεννα, την ώρα που ψάλλει ο παπάς τη Θεία Λειτουργία, νιώθω τις ψυχές όλων των πεθαμένων μας να σκύβουν μαζί μας για να προσκυνήσουν τη γέννηση του Ιησού. Και καθώς ψάχνω να διακρίνω ανάμεσα τους την ψυχή της γιαγιάς, μέσα στους πολυελαίους, το θυμίαμα και τα δάκρυα, βλέπω δυο μικρά αστεράκια να συνοδεύουν την ψυχή της καλής μου γιαγιάς.
Σίγουρα, θα είναι τα γυαλιά της…»

Σελ. 54 – 56

www.bonusmallmag.gr/048
www.bonusmallmag.com/048

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s