Καλή Ανάσταση

 

της Κυριακής Αιλιανού

epikairotita_65

Δύσκολο πολύ να μένεις ακέραιος. Δύσκολο πολύ να μένεις συνειδητός και συνειδητοποιημένος, ανεξάρτητα από την ανάγκη. Να είσαι ο εαυτός σου, ανάμεσα σε άπειρους άλλους εαυτούς. Να είσαι κρυστάλλινος, όταν ο περίγυρος σε θέλει «πειραγμένο» γιατί δεν μπορεί να αντέξει την καθαρότητά σου.
Το «ρίξε λίγο νερό στο κρασί σου», κοινότυπη κι αγαπημένη φράση της εποχής.
Κι έτσι, κυκλοφορούμε όλοι «νερωμένοι». Χαμαιλέοντες. Για να διατηρήσουμε την αποδοχή και την επιβεβαίωση πως δεν είμαστε το μαύρο πρόβατο μέσα στο μαντρί.
Πως δεν κινδυνεύει το σύνολο από τον καθρέφτη του καλού.
Δεν αντέχεται το ακέραιο. Δεν υποφέρεται η σύγκριση.
Γιατί «ό,τι αξίζει, πονάει κι είναι δύσκολο».
Είναι πιο απλό να μην έχεις μπελάδες.
Πιο εύληπτο.
Πιο safe.
«Και προχωράς μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζεις κανένα. Κι ούτε κανένας να σε γνωρίζει.»
Και ζεις μια ζωή copy paste, από τις ζωές των άλλων. Τον πολλών. Της πλειοψηφίας, που ορίζει και καθορίζει τη νέα ηθική. Για την οποία όμως εσύ δεν έκανες τίποτα για να ταιριάζει με το αντικειμενικά καλό και να απορρίπτει το αντικειμενικά κακό.
Δεν κατάλαβες πως στα ποτάμια, οι πέστροφες που πάνε κόντρα στο ρεύμα είναι αυτές που αξίζουν το θαυμασμό κι όχι τα χρυσόψαρα που εντυπωσιάζουν με το «φαίνεσθαί» τους.
Κι έτσι, γεμίσαμε χρυσόψαρα. Και σε μνήμη και σε λήθη.
Και γίναμε μάζα. Που άγεται και φέρεται. Που καθοδηγείται και που περιμένει τον τσοπάνη για να περάσει από τις πεπατημένες, για να βρει το κουτόχορτο που γεμίζει τα λειβάδια της ανάγκης μας.
Και κάποια στιγμή, εκεί στην άκρη της βοσκής, ένα σπιτάκι με αυλή. Και μπαξέ. Και κήπο.
Και το γιασεμί να έχει ξεχειλίσει από τα κάγκελα της μάντρας.
Και πήγε που λες το πρόβατο… να φάει την πρασινάδα από το γιασεμί. Και τότε, μύρισε την ευωδιά του. Τυχαία! Και είδε το λευκό του. Είδε και μύρισε το ταπεινό αλλά αγέρωχο γιασεμί.
Και τότε το πρόβατο αρχίζει να έχει μνήμη. Ποιητική μνήμη. Και όσφρηση. Και αναγνωρίζει την ομορφιά και τη θυμάται! Θυμάται πως κάποτε ήταν άνθρωπος. Δε ζούσε ανάμεσα σε κοπριές και λάσπες. Δε μύριζε τις μυρωδιές μόνο των ζώων. Είχε και καπνισμένο τσουκάλι στη φωτιά. Είχε και τραγούδι. Είχε και πολιτισμό. Είχε και ανθρώπους αγαπημένους γύρω. Είχε και συναισθήματα. Είχε και λογική. Είχε και μπέσα. Είχε εστία και τόπο. Είχε και φίλους. Και γονείς. Κι αδέρφια και παιδιά κι εγγόνια.
Είχε και καθαρό βλέμμα. Και καθαρή ψυχή. Που όποιος πήγαινε να τη λερώσει, ήταν εχθρός.
Εχθρός της ανθρώπινης ζωής του.
Και τότε, ξεμάκρυνε από το κοπάδι. Και κάθισε κι έκλαψε σε μια γωνιά για μέρες. Για μήνες. Για χρόνια. Κι όταν στέρεψε το δάκρυ του… σηκώθηκε από τα τέσσερα και στάθηκε όρθιο και περπάτησε σαν άνθρωπος.

 

www.bonusmallmag.gr/065

www.bonusmallmag.com/065

Σελίδες 20 έως 21

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s