Νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη!

Της Christine

Screen shot 2015-03-26 at 12.31.54 μ.μ.

 

Είναι ο καιρός που με ξεσηκώνει και μ’ εμποδίζει να ησυχάσω, με τραβάει η άνοιξη από το μανίκι. Προσπαθώ να σκεφτώ και δε μ’ αφήνουν οι παπαρούνες. Διακόπτουν τον ειρμό μου. Βάζω το μυαλό μου σε μια τάξη και με αποσπάει το κόκκινο, στην άκρη του δρόμου. Ο δρόμος είναι μια ιστορία από μόνος του. Φαρδαίνει, λεπταίνει, ανεβαίνει, κατεβαίνει στρίβει, έχει λακούβες και κάποια σημεία με άσφαλτο βούτυρο, γίνεται από λεωφόρος χωματόδρομος, από επαρχιακή, εθνική οδός, από διπλής κατεύθυνσης μονόδρομος κι ενίοτε καταλήγει σε αδιέξοδο. Ξετυλίγεται μπροστά σου, χάνεται στον ορίζοντα ή κινείται σε δαιδαλώδη πορεία αποκαλύπτοντας μόνο το επόμενο στενό. Σου δίνει μια αίσθηση αέναου, όταν ξεκινάς σκέφτεσαι πως μπορείς και να μη σταματήσεις ποτέ. Όταν επιστρέφεις και μένουν τα τελευταία γνώριμά του μέτρα για το σπίτι σου, σου δημιουργεί μια γλυκιά προσμονή. Είναι σαν τη ζωή ο δρόμος, συμβαίνουν συνηθισμένα και ρουτινιάρικα μποτιλιαρίσματα, τυχαίνουν απρόοπτα, από εκνευριστικές βλάβες όπως ένα λάστιχο, μέχρι οδυνηρά ατυχήματα. Άλλες φορές τον διανύεις μόνος κι άλλες είναι γεμάτος συνοδηγούς, θέλει προσοχή αλλά έχει τη γοητεία του. Καταπίνω χιλιόμετρα, χειμώνα καλοκαίρι, οδηγώ και παρατηρώ την αλλαγή των εποχών στο μεσοδιάζωμα και στις παρυφές τις ασφάλτου. Κάποτε υπολόγισα με βάση τις ώρες που περνάω οδηγώντας εβδομαδιαία, πόσα εικοσιτετράωρα το χρόνο είμαι μέσα στο αυτοκίνητο. Βρήκα πως ήταν τουλάχιστον δώδεκα, έκανα και την αναγωγή στο εργάσιμο εικοσιτετράωρό μου όπου οχτώ ώρες είναι δουλειά και οκτώ ώρες ύπνος, άρα οχτώ επί δώδεκα ίσον 96 μέρες ετησίως οδήγηση. Μετά άρχισα να τα πολλαπλασιάζω επί χρόνια, πανικοβλήθηκα και τα παράτησα. Μου αρέσει όμως να οδηγώ, νιώθω ότι έχω τον έλεγχο, το προτιμώ σίγουρα σε σχέση με το αεροπλάνο. Σκέφτομαι πολλές φορές πως είναι να σφυρίζουν πάνω από το κεφάλι σου αεροπλάνα και βόμβες, να μην έχεις κανένα έλεγχο πάνω στη ζωή σου. Ο απόλυτος τρόμος. Η εβδομαδιαία ρουτίνα μου με φέρνει Τρίτες και Παρασκευές τα βράδια για μιάμιση ώρα στην Περαία. Κάθομαι σ’ ένα μπαράκι που το λένε Joy, είναι πάνω στην παραλία και παίζει ωραία ροκ μουσική. Έτσι όπως δύει ο ήλιος σήμερα και βάφει μωβ τη θάλασσα νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη. Στάθηκα τυχερή και δεν έζησα πόλεμο, δεν πείνασα, δεν κρύωσα, δε μεγάλωσα ορφανή, δεν έχασα δικούς μου ανθρώπους με βάρβαρο και αποτρόπαιο τρόπο. Δε γέννησα μόνη και αβοήθητη, δεν φυλακίστηκα για τις ιδέες μου, δεν υπήρξα θύμα βασανιστηρίων, δεν έζησα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αυτά από μόνα τους φτάνουν να νιώθω ότι έχω ευεργετηθεί, ακόμα κι αν έχω περάσει δυσκολίες τις οποίες δεν έχουν περάσει άλλοι, που με τη σειρά τους μπορεί να μην έζησαν ό,τι εγώ αλλά σίγουρα έχουν να διηγηθούν την πικρή όψη της δικής τους ζωής. Το ποτήρι για όσους από εμάς δεν έχουν ζήσει την απόλυτη φρίκη, αντικειμενικά θα είναι πάντα μισό, εμείς διαλέγουμε αν θα είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο. Τα φώτα της προβλήτας σχηματίζουν ασημένια κινούμενα μονοπάτια μέσα στο νερό, ο κόσμος κυκλοφορεί με κοντομάνικα με ποδήλατα με καρότσια και με πατίνια κι όλα ξεχύνουν μια γλύκα. Τα άσχημα, τα βρώμικα, τα διαλυμένα εξακολουθούν να είναι εκεί αλλά σήμερα αποφάσισα να πάρω τα μάτια μου για λίγο από πάνω τους, να τα αφήσω να περιπλανηθούν στα καθαρά και να χορτάσουν τα όμορφα…

 

www.bonusmallmag.gr/066

www.bonusmallmag.com/066

Σελίδες 16 & 17

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s